Μελοποιημένη ποίηση από ξένους συνθέτες

Gustav Mahler (1860 – 1911): Das Lied von der Erde

GustavMahler (1860 – 1911): Το τραγούδι της Γης

(Μετάφραση, επιμέλεια στα Ελληνικά: Αγαθοκλής Αζέλης)

  1. Το τραγούδι της τάβλας για την αθλιότητα της Γης

Και να που γνέφει το κρασί στο χρυσαφένιο τάσι

Μα ακόμη να μην πιείτε, τραγούδι πρώτα θα σας πω

Το τραγούδι του καημού [ας ηχήσει γελαστό

Στην ψυχή σας].  Σαν πλησιάζει ο καημός

[ερημώνουνε οι κήποι της ψυχής,

Μαραίνεται, πεθαίνει η χαρά και το τραγούδι.]

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.

[Το κελάρι σου κρύβει του χρυσού σου κρασιού την περίσσεια]

Οικοδεσπότη

[Το κελάρι σου κρύβει του χρυσού σου κρασιού την περίσσεια!]

Να, τούτο το μακρύ λαούτο δικό μου τ’ ονομάζω!

Λαούτο να παίζουμε, ποτήρια ν’ αδειάζουμε,

Να πράγματα που συνταιριάζουν.

Ένα γεμάτο κρασιού τάσι στη σωστή στιγμή

Αξίζει περισσότερο από της Γης όλα τα πλούτη!

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.

Τ’ ουρανού το στερέωμα αιώνια κυανίζει κι η Γη

Μακραίνει [σταθερά στέκουν κι ανθίζουν την άνοιξη.]

Όμως συ, άνθρωπε, πόσο ζεις;

Ούτε εκατό χρόνια δεν μπορείς να απολαύσεις

Το σάπιο τούτο άθυρμα της Γης,

[Μόνο μια ιδιοκτησία έχεις σίγουρη:

Είναι ο τάφος, που γελά ειρωνικά, στη Γη.

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.]

Κοιτάξτε εκεί κάτω

Στο φως του φεγγαριού πάνω στους τάφους κάθεται

Μία μορφή, φάντασμα άγριο – είν’ ένας πίθηκος

Ακούστε, το ουρλιαχτό του πώς αντηχεί

Στη γλυκιά ευωδιά της [ζωής!]

Τώρα [πάρτε] το κρασί! Ήρθε η ώρα, σύντροφοι!

Αδειάστε το τό χρυσαφένιο τάσι άσπρο πάτο!

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.

 2. Ο μοναχικός το φθινόπωρο

 Φθινοπωριάτικη ομίχλη κυμματίζει κυανοφέγγοντας στη λίμνη

Ντυμένα με πάχνη στέκουν τα αγρωστώδη

Λες κι ένας καλλιτέχνης σκόνη από νεφρίτη

Σκόρπισε απά’ στους τρυφερούς ανθούς

 Η γλυκιά ευωδιά των ανθέων παρήλθε

Ψυχρός αέρας τους μίσχους τους κάμπτει

Σύντομα τα μαραμένα χρυσά φύλλα

Του λωτού θ’ ανοίξουν δρόμο στο νερό.

 Η καρδιά μου κουρασμένη. Το φαναράκι μου

Έσβησε τριζοβολώντας, μου θυμίζει τον ύπνο

Σε σένα έρχομαι τόπε της αναπαύσεως οικείε!

Ναι, δος μου ησυχία, ανάγκη έχω αναψυχής!

Κλαίω πολύ στις μοναξιές μου,

Το φθινόπωρο στην ψυχή μου τραβάει μακριά

Ήλιε της αγάπης, δεν θα ξαναφέξεις πια,

Τα πικρά μου δάκρυα να στεγνώσεις απαλά;

 3. Της νιότης

 Καταμεσής μες στη λιμνούλα

Περίπτερο ορθώνεται από πράσινη

Και άσπρη πορσελάνη

 Σαν ράχη τίγρης

Καμπυλώνεται η γέφυρα από νεφρίτη

Κι απλώνεται ως το περίπτερο.

Στο σπιτάκι κάθονται φίλοι,

Καλοντυμένοι, πίνουν, συζητάνε,

Κάποιοι γράφουν στίχους

Τα μεταξωτά μανίκια τους γλιστρούν

Προς τα πίσω, τα μεταξωτά καπέλα τους

Κρέμονται αστεία πίσω στον αυχένα

 Στης μικρής λίμνης

Την ήσυχη επιφάνεια φαίνονται όλα

Υπέροχα στ’ αντικαθρέφτισμα

 Όλα ανάποδα

Στο περίπτερο από πράσινη

Και λευκή προσελάνη

Σαν ημισέληνος ορθώνεται η γέφυρα

Ανάποδα το τόξο. Φίλοι

Καλοντυμένοι, πίνουν, συζητάνε.

4.Της ομορφιάς

Κορίτσια νέα δρέπουν άνθη,

Δρέπουν άνθη λωτού στης όχθης την άκρη.

Ανάμεσα σε θάμνους και φύλλα κάθονται,

Μαζεύουν ανθούς στην ποδιά και φωνάζουν

Πειράγματα η μία στην άλλη.

 Ήλιος χρυσός υφαίνει γύρω απ’ τις μορφές,

Τις καθρεφτίζει στο στιλπνό νερό.

Ο ήλιος καθρεφτίζει τα λυγερά τους μέλη,

Τα γλυκά τους μάτια,

Κι ο ζέφυρος ανασηκώνει με κανακέματα

Το ύφασμα απ’ τα μανίκια τους,

Φυσάει το θαύμα της ευωδιάς τους

Που διαπερνάει τον αέρα.

Κοίτα, όμορφα αγόρια που γυροφέρνουν

Πέρα στην όχθη σε άφοβα άτια,

Αστραφτερά σαν ήλιου αχτίδες·

Κι απ’ τα κλωνάρια στις πράσινες ιτιές

Ξεπροβάλλει νεότατο πλήθος!

 Του ενός το άτι χλιμιντρίζει χαρωπά

Και φοβάται και φεύγει σαν βέλος,

Πάνω από άνθη, πάνω από γρασίδι αιωρούνται οι οπλές

Ποδοπατούν ξαφνικά μες στη θύελλα

Τα γερμένα λουλούδια.

Έι, καθώς κυματίζει στην έξαψη η χαίτη,

Καυτά αχνίζουν τα ρουθούνια!

Ήλιος χρυσός υφαίνει γύρω απ’ τις μορφές,

Τις καθρεφτίζει στο στιλπνό νερό.

Κι η πιο όμορφη κόρη στέλνει

Πίσω του βλέμμα αργόσυρτο της νοσταλγίας.

Η περήφανη στάση της είναι υποκρισία.

Στις φλόγες των μεγάλων της ματιών,

Στο σκοτάδι της καυτής της ματιάς

Αιωρείται θρηνητικά ακόμη της

Καρδιάς της η αντάρα

 5.Ο μεθυσμένος την άνοιξη

Αν η ζωή είναι μονάχα ένα όνειρο,

Τότε προς τι οι κόποι και τα βάσανα;

Θα πιω ώσπου άλλο δεν μπορώ

Για όλη την καλή μου μέρα!

Κι όταν να πιω άλλο δεν μπορώ,

Ψυχή, λαιμός όντας γεμάτα,

Τρικλίζοντας μέχρι την πόρτα θα συρθώ

Κι υπέροχα θα κοιμηθώ!

Και τι ακούω σαν ξυπνώ; Άκου!

Ένα πουλί στο δέντρο τραγουδά.

Το ρωτώ αν ήρθε κιόλας άνοιξη,

Σαν όνειρο μου φαίνεται όλο πια.

Το πουλί κελαηδά: Ναι!

Να η άνοιξη, έφτασε τη νύχτα!

Απ’ τη βαθιά ενδοσκόπηση πετάχτηκα κι ακούω,

Το πουλί τραγουδάει και γελά!

 Ξαναγεμίζω μου το τάσι

Και το αδειάζω άσπρο πάτο

Και τραγουδώ, μέχρι να λάμψει το φεγγάρι

Στο μελανό στερέωμα.

 Κι όταν να τραγουδήσω δεν μπορώ,

Θα ξανααποκοιμηθώ

Και τι με νοιάζει η άνοιξη;

Άστε με μεθυσμένο εδώ!

6.Ο αποχαιρετισμός

 Ο ήλιος χάνεται πίσω απ’ τα βουνά.

Σε όλες τις κοιλάδες το βράδυ κατεβαίνει

Με τις σκιές του ολόγιομες με ψύχρα.

Για δες! Σαν ασημένια βάρκα αιωρείται

Το φεγγάρι αναπλέοντας στου ουρανού τη λίμνη.

Νιώθω λεπτού ανέμου την πνοή

Πίσω από τα σκοτεινά τα πεύκα!

Το ρυάκι τραγουδάει αρμονικά

Τραγούδι που διασχίζει το σκοτάδι.

Τ’ άνθη χλωμιάζουν μέσα στο ημίφως.

Η γη αναπνέει γεμάτη ύπνο κι ησυχία,

Κάθε νοσταλγία τώρα να ονειρευτεί επιθυμεί

Οι κουρασμένο άνθρωποι πηγαίνουνε στο σπίτι,

Απ’ την αρχή λησμονημένη ευδαιμονία

Και νιότη μες στον ύπνο τους να μάθουν!

Τα πουλιά σιωπούν στα κλαδιά τους.

Ο κόσμος αποκοιμιέται.

Φυσάει ψυχρά στον πεύκων μου τον ίσκιο.

Στέκομαι εδώ, τον φίλο μου προσμένω·

Ποθώ, δικέ μου φίλε, στο πλευρό σου

Την ομορφιά του έσπερου να απολαύσω.

Πού είσαι; Μ’ αφήνεις για πολύ μονάχο!

Πηγαινοέρχομαι με το λαούτο μου

Σε δρόμους από μαλακό γρασίδι φουσκωμένους

Αχ ομορφιά!

Αχ της αιώνιας αγάπης – της ζωής– αχ μεθυσμένε κόσμε!

Κατέβηκε από τ’ άλογο και του άπλωσε

Το ποτήρι του αποχαιρετισμού

Τον ρώτησε πού πάει

Και γιατί να το κάνει.

Μίλησε, κι η φωνή του ανθισμένη:

Φίλε μου,

Στον κόσμο τούτο δεν μ’ ευνόησε η τύχη!

Πού πάω;

Πηγαίνω στα βουνά, εκεί πορεύομαι

Ψάχνω ησυχία για τη μοναχική καρδιά μου.

Περπατάω για την πατρίδα, για τον τόπο μου.

Ποτέ μου δεν θα περιπλανηθώ στα ξένα.

Σιωπηλή είν’ η καρδιά μου και την ώρα της προσμένει!

Η αγαπημένη γη απανταχού

Ανθίζει την άνοιξη και πάλι πρασινίζει!

Απανταχού κι αιώνια κυανίζει φωτεινό τ’ απόμακρο!

Αιώνια… αιώνια…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s